3 αποτελέσματα για «麓»

麓 ふもと N2

ουσιαστικό

  1. 01 πρόποδες (βουνού ή λόφου), βάση
麓菫 フモトスミレ

ουσιαστικό

  1. 01 φουμοτοσουμιρέ (είδος βιολέτας)
麓
  1. 01 πρόποδας βουνού