16 αποτελέσματα για «麗»

麗しい うるわしい

επίθετο

  1. 01 όμορφος, υπέροχος
  2. 02 συγκινητικός, όμορφος
麗人 れいじん

ουσιαστικό

  1. 01 όμορφη γυναίκα, καλλονή
麗らか うららか

επίθετο

  1. 01 λαμπερός (για καιρό, διάθεση, φωνή κ.λπ.), καθαρός, αίθριος, όμορφος, ένδοξος, υπέροχος, πρόσχαρος
麗々しい れいれいしい

επίθετο

  1. 01 επιδεικτικός, φανταχτερός, στόμφος
麗質 れいしつ

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιοφυΐα, ομορφιά, χάρη
麗々 れいれい

άλλο, επίρρημα

  1. 01 πομπώδης, φανταχτερός, επιδεικτικός
麗日 れいじつ

ουσιαστικό

  1. 01 λαμπρή ανοιξιάτικη ημέρα
麗句 れいく

ουσιαστικό

  1. 01 κομψή φράση
麗姿 れいし

ουσιαστικό

  1. 01 όμορφη σιλουέτα, κομψή εμφάνιση
麗容 れいよう

ουσιαστικό

  1. 01 όμορφο σχήμα ή μορφή
麗筆 れいひつ

ουσιαστικό

  1. 01 όμορφη καλλιγραφία ή γραφή
麗ら うらら

επίθετο

  1. 01 λαμπερός (για καιρό, διάθεση, φωνή κ.λπ.), καθαρός, αίθριος, όμορφος, ένδοξος, υπέροχος, πρόσχαρος
麗澤大学 れいたくだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Ρεϊτάκου
麗景殿 れいけいでん

ουσιαστικό

  1. 01 γυναικείος ξενώνας (του εσωτερικού ανακτόρου Χεϊάν)
麗しの うるわしの

άλλο

  1. 01 όμορφος, υπέροχος
  2. 02 συγκινητικός, όμορφος
  1. 01 υπέροχος
  2. 02 όμορφος
  3. 03 χαριτωμένος
  4. 04 λαμπρός