8 αποτελέσματα για «黎»

黎明 れいめい

ουσιαστικό

  1. 01 αυγή, χαράματα, το γκρίζο της αυγής
  2. 02 ανατολή (μιας νέας εποχής)
黎明期 れいめいき

ουσιαστικό

  1. 01 αυγή (μιας νέας εποχής, ενός πολιτισμού κ.λπ.), ξεκίνημα
黎民 れいみん

ουσιαστικό

  1. 01 απλοί πολίτες, οι μάζες
黎元 れいげん

ουσιαστικό

  1. 01 απλοί άνθρωποι, μάζες
黎巴嫩 レバノン

ουσιαστικό

  1. 01 Λίβανος
黎族 リーぞく

ουσιαστικό

  1. 01 Λι (εθνοτική ομάδα)
黎明会 れいめいかい

ουσιαστικό

  1. 01 Ρεϊμεϊκάι, προοδευτική πολιτική εταιρεία σε διάφορα πανεπιστήμια της Ιαπωνίας (1918-1920)
  1. 01 σκοτεινός
  2. 02 μαύρος
  3. 03 πολύς