2 αποτελέσματα για «齟»

齟齬 そご

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ασυνέπεια, διχογνωμία, σύγκρουση, απόκλιση, αντίφαση, αποτυχία, ματαίωση
  1. 01 ανώμαλος
  2. 02 δαγκώνω
  3. 03 διαφωνώ