Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
4 αποτελέσματα για «齢»
齢
よわい
ουσιαστικό
01
ηλικία
齢を重ねる
よわいをかさねる
άλλο, ρήμα
01
γερνάω, μεγαλώνω ηλικιακά
齢
れい
ουσιαστικό
01
στάδιο ανάπτυξης (αναπτυξιακό στάδιο αρθρόποδων)
02
ηλικία, έτη
齢
01
ηλικία