2 αποτελέσματα για «齷»

齷齪 あくせく

επίρρημα, ρήμα

  1. 01 ακούραστα, επιμελώς, εργατικά, πυρετωδώς, με φρενίτιδα, με αγωνία για ασήμαντα πράγματα
  1. 01 τρίζω τα δόντια
  2. 02 ανήσυχος