11 αποτελέσματα για «龍»
龍頭 たつがしら
ουσιαστικό
- 01 κάτι που έχει το σχήμα κεφαλής δράκου (ιδιαίτερα το έμβλημα κράνους)
龍魚 りゅうぎょ
ουσιαστικό
- 01 δρακοειδές κρυπτιδικό ψάρι με πολλά μουστάκια και χωρίς κόκαλα (πιθανότατα οξύρρυγχος)
龍舞 りゅうまい
ουσιαστικό
- 01 χορός του δράκου (στην κινεζική κουλτούρα)
龍踊り じゃおどり
ουσιαστικό
- 01 χορός του δράκου (π.χ. στο φεστιβάλ Ναγκασάκι Κούντσι)
龍天に登る りゅうてんにのぼる
άλλο
- 01 άνοδος του δράκου (που φέρνει βροχή γύρω στην εποχή της εαρινής ισημερίας)
龍須糖 りゅうのひげ
ουσιαστικό
- 01 γλυκό γενειάδα του δράκου, κινεζικό μαλλί της γριάς, κινεζικό γλύκισμα, παρόμοιο με το τουρκικό πιεσμανιέ ή το περσικό πασμάκ (λεπτές κλωστές ζύμης εξωτερικά, γέμιση εσωτερικά)
龍切手 りゅうきって
ουσιαστικό
- 01 γραμματόσημο δράκου
龍山文化 りゅうざんぶんか
ουσιαστικό
- 01 πολιτισμός Λονγκσάν (Κίνα, 3000-1900 π.Χ.), πολιτισμός Λουνγκ-σαν, πολιτισμός της Μαύρης Κεραμικής
龍谷大学 りゅうこくだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Ριουκόκου
龍が如く りゅうがごとく
ουσιαστικό
- 01 Yakuza (σειρά βιντεοπαιχνιδιών), σαν δράκος
龍
- 01 δράκος
- 02 αυτοκρατορικός