Ωオメガ

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ωμέγα (το τελευταίο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου)
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα τέλος, κατάληξη, οριστικοποίηση
  3. 03 ωμ (μονάδα ηλεκτρικής αντίστασης)
  4. 04 γωνιακή ταχύτητα