〆しめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αθροίζω, υπολογίζω το σύνολο
  2. 02 θανατώνω (ψάρια, πουλερικά κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
〆る
Παρόν (ευγενικό)
〆ます
Άρνηση (απλή)
〆ない
Άρνηση (ευγενική)
〆ません
Παρελθόν (απλό)
〆た
Παρελθόν (ευγενικό)
〆ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
〆なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
〆ませんでした
Τε-μορφή
〆て
Δυνητική
〆られる
Προστακτική
〆ろ
Βουλητική
〆よう
Υποθετική (ば)
〆れば