あく抜き
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αφαίρεση της στυφάδας (π.χ. με το βράσιμο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- あく抜きする
- Παρόν (ευγενικό)
- あく抜きします
- Άρνηση (απλή)
- あく抜きしない
- Άρνηση (ευγενική)
- あく抜きしません
- Παρελθόν (απλό)
- あく抜きした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- あく抜きしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- あく抜きしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- あく抜きしませんでした
- Τε-μορφή
- あく抜きして
- Δυνητική
- あく抜きできる
- Προστακτική
- あく抜きしろ
- Βουλητική
- あく抜きしよう
- Υποθετική (ば)
- あく抜きすれば
- Υποθετική (たら)
- あく抜きしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- あく抜きしたい
- Απαγορευτική (~な)
- あく抜きするな
- Προστακτική (ευγενική)
- あく抜きしなさい
- Παθητική
- あく抜きされる
- Αιτιατική
- あく抜きさせる