あく抜ぬき

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αφαίρεση της στυφάδας (π.χ. με το βράσιμο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
あく抜きする
Παρόν (ευγενικό)
あく抜きします
Άρνηση (απλή)
あく抜きしない
Άρνηση (ευγενική)
あく抜きしません
Παρελθόν (απλό)
あく抜きした
Παρελθόν (ευγενικό)
あく抜きしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
あく抜きしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
あく抜きしませんでした
Τε-μορφή
あく抜きして
Δυνητική
あく抜きできる
Προστακτική
あく抜きしろ
Βουλητική
あく抜きしよう
Υποθετική (ば)
あく抜きすれば