あごで使つかう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός διατάζω κάποιον με αλαζονικό τρόπο, στέλνω κάποιον εδώ κι εκεί
  2. 02 αργκό φλυαρώ, πολυλογώ, πολυλογώ ακατάπαυστα

Κλίση

Παρόν (απλό)
あごで使う
Παρόν (ευγενικό)
あごで使います
Άρνηση (απλή)
あごで使わない
Άρνηση (ευγενική)
あごで使いません
Παρελθόν (απλό)
あごで使った
Παρελθόν (ευγενικό)
あごで使いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
あごで使わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
あごで使いませんでした
Τε-μορφή
あごで使って
Δυνητική
あごで使える
Προστακτική
あごで使え
Βουλητική
あごで使おう
Υποθετική (ば)
あごで使えば