あさっての方を向く
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός κοιτάζω προς τη λάθος κατεύθυνση, πηγαίνω προς τη λάθος κατεύθυνση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- あさっての方を向く
- Παρόν (ευγενικό)
- あさっての方を向きます
- Άρνηση (απλή)
- あさっての方を向かない
- Άρνηση (ευγενική)
- あさっての方を向きません
- Παρελθόν (απλό)
- あさっての方を向いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- あさっての方を向きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- あさっての方を向かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- あさっての方を向きませんでした
- Τε-μορφή
- あさっての方を向いて
- Δυνητική
- あさっての方を向ける
- Προστακτική
- あさっての方を向け
- Βουλητική
- あさっての方を向こう
- Υποθετική (ば)
- あさっての方を向けば
- Υποθετική (たら)
- あさっての方を向いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- あさっての方を向きたい
- Απαγορευτική (~な)
- あさっての方を向くな
- Προστακτική (ευγενική)
- あさっての方を向きなさい
- Παθητική
- あさっての方を向かれる
- Αιτιατική
- あさっての方を向かせる