あたふた
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία βιαστικά, με ταχύτητα, πρόχειρα, αναστατωμένα, πανικόβλητα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- あたふたする
- Παρόν (ευγενικό)
- あたふたします
- Άρνηση (απλή)
- あたふたしない
- Άρνηση (ευγενική)
- あたふたしません
- Παρελθόν (απλό)
- あたふたした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- あたふたしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- あたふたしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- あたふたしませんでした
- Τε-μορφή
- あたふたして
- Δυνητική
- あたふたできる
- Προστακτική
- あたふたしろ
- Βουλητική
- あたふたしよう
- Υποθετική (ば)
- あたふたすれば
- Υποθετική (たら)
- あたふたしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- あたふたしたい
- Απαγορευτική (~な)
- あたふたするな
- Προστακτική (ευγενική)
- あたふたしなさい
- Παθητική
- あたふたされる
- Αιτιατική
- あたふたさせる