あっという

άλλο, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ακαριαία, σε μια στιγμή, εν ριπή οφθαλμού, πολύ γρήγορα, μονομιάς

Παραδείγματα

  • あっという時間じかんぎます。

    Ο χρόνος περνάει αστραπιαία.

  • 夏休なつやすみはあっというわってしまいました。

    Οι καλοκαιρινές διακοπές τελείωσαν εν ριπή οφθαλμού.

  • 子供こども成長せいちょうはやく、あっという大人おとなになってしまうものですね。

    Τα παιδιά μεγαλώνουν τόσο γρήγορα, είναι σαν να γίνονται ενήλικες εν ριπή οφθαλμού.