あぶり

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φέρνω στο φως, αποκαλύπτω, ξεσκεπάζω (π.χ. στοιχεία), φανερώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
あぶり出す
Παρόν (ευγενικό)
あぶり出します
Άρνηση (απλή)
あぶり出さない
Άρνηση (ευγενική)
あぶり出しません
Παρελθόν (απλό)
あぶり出した
Παρελθόν (ευγενικό)
あぶり出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
あぶり出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
あぶり出しませんでした
Τε-μορφή
あぶり出して
Δυνητική
あぶり出せる
Προστακτική
あぶり出せ
Βουλητική
あぶり出そう
Υποθετική (ば)
あぶり出せば