あやす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αγκαλιάζω, παρηγορώ, λικνίζω, καταπραΰνω, νανουρίζω, καλοπιάνω, καλοπιάνω, νανουρίζω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- あやす
- Παρόν (ευγενικό)
- あやします
- Άρνηση (απλή)
- あやさない
- Άρνηση (ευγενική)
- あやしません
- Παρελθόν (απλό)
- あやした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- あやしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- あやさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- あやしませんでした
- Τε-μορφή
- あやして
- Δυνητική
- あやせる
- Προστακτική
- あやせ
- Βουλητική
- あやそう
- Υποθετική (ば)
- あやせば
- Υποθετική (たら)
- あやしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- あやしたい
- Απαγορευτική (~な)
- あやすな
- Προστακτική (ευγενική)
- あやしなさい
- Παθητική
- あやされる
- Αιτιατική
- あやさせる