あーん

επίρρημα, ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία ανοίγω διάπλατα το στόμα, λέω «αα»
  2. 02 ονοματοποιία κλαίω με λυγμούς, βάζω τα κλάματα

Παραδείγματα

  • あかちゃんがくちあーんしました

    Το μωρό άνοιξε το στόμα του διάπλατα.

  • 食事しょくじ時間じかんに、おかあさんが子供こどもに「あーん」とってスプーンでべさせました。

    Την ώρα του φαγητού, η μητέρα έβαλε το παιδί της να φάει με το κουτάλι, λέγοντας «ααα».

  • しかったおもちゃがってもらえなくて、子供こどもゆかにひっくりかえってあーんしました。

    Επειδή δεν του αγόρασαν το παιχνίδι που ήθελε, το παιδί έπεσε κάτω και ξέσπασε σε κλάματα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
あーんする
Παρόν (ευγενικό)
あーんします
Άρνηση (απλή)
あーんしない
Άρνηση (ευγενική)
あーんしません
Παρελθόν (απλό)
あーんした
Παρελθόν (ευγενικό)
あーんしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
あーんしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
あーんしませんでした
Τε-μορφή
あーんして
Δυνητική
あーんできる
Προστακτική
あーんしろ
Βουλητική
あーんしよう
Υποθετική (ば)
あーんすれば