いいにする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμπεριφέρομαι καλά (για παιδί)

Κλίση

Παρόν (απλό)
いい子にする
Παρόν (ευγενικό)
いい子にします
Άρνηση (απλή)
いい子にしない
Άρνηση (ευγενική)
いい子にしません
Παρελθόν (απλό)
いい子にした
Παρελθόν (ευγενικό)
いい子にしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
いい子にしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
いい子にしませんでした
Τε-μορφή
いい子にして
Δυνητική
いい子にできる
Προστακτική
いい子にしろ
Βουλητική
いい子にしよう
Υποθετική (ば)
いい子にすれば