いい子になる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 προσπαθώ να γίνω αρεστός στους άλλους χωρίς να με νοιάζει κανείς, ιδιοποιούμαι όλη τη δόξα, εξελίσσομαι καλά (για παιδί)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- いい子になる
- Παρόν (ευγενικό)
- いい子になります
- Άρνηση (απλή)
- いい子にならない
- Άρνηση (ευγενική)
- いい子になりません
- Παρελθόν (απλό)
- いい子になった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- いい子になりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- いい子にならなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- いい子になりませんでした
- Τε-μορφή
- いい子になって
- Δυνητική
- いい子になれる
- Προστακτική
- いい子になれ
- Βουλητική
- いい子になろう
- Υποθετική (ば)
- いい子になれば
- Υποθετική (たら)
- いい子になったら
- Επιθυμητική (~たい)
- いい子になりたい
- Απαγορευτική (~な)
- いい子になるな
- Προστακτική (ευγενική)
- いい子になりなさい
- Παθητική
- いい子になられる
- Αιτιατική
- いい子にならせる