いい気になる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αυταπατώμαι, γίνομαι αλαζονικός, έχω υπερβολική αυτοπεποίθηση, καβαλάω το καλάμι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- いい気になる
- Παρόν (ευγενικό)
- いい気になります
- Άρνηση (απλή)
- いい気にならない
- Άρνηση (ευγενική)
- いい気になりません
- Παρελθόν (απλό)
- いい気になった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- いい気になりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- いい気にならなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- いい気になりませんでした
- Τε-μορφή
- いい気になって
- Δυνητική
- いい気になれる
- Προστακτική
- いい気になれ
- Βουλητική
- いい気になろう
- Υποθετική (ば)
- いい気になれば
- Υποθετική (たら)
- いい気になったら
- Επιθυμητική (~たい)
- いい気になりたい
- Απαγορευτική (~な)
- いい気になるな
- Προστακτική (ευγενική)
- いい気になりなさい
- Παθητική
- いい気になられる
- Αιτιατική
- いい気にならせる