いいおとこ

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ωραίος άνδρας, όμορφος
  2. 02 καλός άνθρωπος, αξιόλογος άνδρας
  3. 03 άνθρωπος με επιρροή (ιδιαίτερα στη γιακούζα)
  4. 04 παλαιστής σούμο

Παραδείγματα

  • あのひと本当ほんとういいおとこです。

    Αυτός ο άνθρωπος είναι πραγματικά καλός άνθρωπος.

  • 彼女かのじょいいおとこ結婚けっこんしたいとおもっています。

    Θέλει να παντρευτεί έναν ωραίο/καλό άντρα.

  • かれわかころからそのすじではいいおとことしてられていたそうです。

    Λένε ότι από μικρός ήταν γνωστός ως άνθρωπος με επιρροή σε αυτούς τους κύκλους (π.χ. της γιακούζα).