いじくりまわ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ασχολούμαι με κάτι νευρικά, πειράζω κάτι άσκοπα

Κλίση

Παρόν (απλό)
いじくり回す
Παρόν (ευγενικό)
いじくり回します
Άρνηση (απλή)
いじくり回さない
Άρνηση (ευγενική)
いじくり回しません
Παρελθόν (απλό)
いじくり回した
Παρελθόν (ευγενικό)
いじくり回しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
いじくり回さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
いじくり回しませんでした
Τε-μορφή
いじくり回して
Δυνητική
いじくり回せる
Προστακτική
いじくり回せ
Βουλητική
いじくり回そう
Υποθετική (ば)
いじくり回せば