いじける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δειλιάζω, συρρικνώνομαι, χάνω το θάρρος μου
  2. 02 γίνομαι αντισυμβατικός, γίνομαι ιδιότροπος, στρεβλώνομαι, αποσύρομαι στον εαυτό μου
  3. 03 κατσουφιάζω, περιορίζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
いじける
Παρόν (ευγενικό)
いじけます
Άρνηση (απλή)
いじけない
Άρνηση (ευγενική)
いじけません
Παρελθόν (απλό)
いじけた
Παρελθόν (ευγενικό)
いじけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
いじけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
いじけませんでした
Τε-μορφή
いじけて
Δυνητική
いじけられる
Προστακτική
いじけろ
Βουλητική
いじけよう
Υποθετική (ば)
いじければ