いせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σουρώνω (στο ράψιμο ενδυμάτων), πτυχώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
いせる
Παρόν (ευγενικό)
いせます
Άρνηση (απλή)
いせない
Άρνηση (ευγενική)
いせません
Παρελθόν (απλό)
いせた
Παρελθόν (ευγενικό)
いせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
いせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
いせませんでした
Τε-μορφή
いせて
Δυνητική
いせられる
Προστακτική
いせろ
Βουλητική
いせよう
Υποθετική (ば)
いせれば