いそいそ
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία χαρούμενα, ευχάριστα, με ενθουσιασμό, ανυπόμονα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- いそいそする
- Παρόν (ευγενικό)
- いそいそします
- Άρνηση (απλή)
- いそいそしない
- Άρνηση (ευγενική)
- いそいそしません
- Παρελθόν (απλό)
- いそいそした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- いそいそしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- いそいそしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- いそいそしませんでした
- Τε-μορφή
- いそいそして
- Δυνητική
- いそいそできる
- Προστακτική
- いそいそしろ
- Βουλητική
- いそいそしよう
- Υποθετική (ば)
- いそいそすれば
- Υποθετική (たら)
- いそいそしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- いそいそしたい
- Απαγορευτική (~な)
- いそいそするな
- Προστακτική (ευγενική)
- いそいそしなさい
- Παθητική
- いそいそされる
- Αιτιατική
- いそいそさせる