いそいそ

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία χαρούμενα, ευχάριστα, με ενθουσιασμό, ανυπόμονα

Κλίση

Παρόν (απλό)
いそいそする
Παρόν (ευγενικό)
いそいそします
Άρνηση (απλή)
いそいそしない
Άρνηση (ευγενική)
いそいそしません
Παρελθόν (απλό)
いそいそした
Παρελθόν (ευγενικό)
いそいそしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
いそいそしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
いそいそしませんでした
Τε-μορφή
いそいそして
Δυνητική
いそいそできる
Προστακτική
いそいそしろ
Βουλητική
いそいそしよう
Υποθετική (ば)
いそいそすれば