いちゃもんを付ける
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα προκαλώ καυγά, αναζητώ αφορμή για διαμάχη, ψάχνω ψύλλους στ' άχυρα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- いちゃもんを付ける
- Παρόν (ευγενικό)
- いちゃもんを付けます
- Άρνηση (απλή)
- いちゃもんを付けない
- Άρνηση (ευγενική)
- いちゃもんを付けません
- Παρελθόν (απλό)
- いちゃもんを付けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- いちゃもんを付けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- いちゃもんを付けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- いちゃもんを付けませんでした
- Τε-μορφή
- いちゃもんを付けて
- Δυνητική
- いちゃもんを付けられる
- Προστακτική
- いちゃもんを付けろ
- Βουλητική
- いちゃもんを付けよう
- Υποθετική (ば)
- いちゃもんを付ければ
- Υποθετική (たら)
- いちゃもんを付けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- いちゃもんを付けたい
- Απαγορευτική (~な)
- いちゃもんを付けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- いちゃもんを付けなさい
- Παθητική
- いちゃもんを付けられる
- Αιτιατική
- いちゃもんを付けさせる