うず高い
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα σωριασμένος σε μεγάλο ύψος, σε σωρό
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- うず高い
- Παρόν (ευγενικό)
- うず高いです
- Άρνηση (απλή)
- うず高くない
- Άρνηση (ευγενική)
- うず高くないです
- Παρελθόν (απλό)
- うず高かった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- うず高かったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- うず高くなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- うず高くなかったです
- Τε-μορφή
- うず高くて
- Υποθετική (ば)
- うず高ければ
- Υποθετική (たら)
- うず高かったら