うそうそ
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία με ανησυχία, με νευρικότητα, ασταθώς
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- うそうそする
- Παρόν (ευγενικό)
- うそうそします
- Άρνηση (απλή)
- うそうそしない
- Άρνηση (ευγενική)
- うそうそしません
- Παρελθόν (απλό)
- うそうそした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- うそうそしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- うそうそしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- うそうそしませんでした
- Τε-μορφή
- うそうそして
- Δυνητική
- うそうそできる
- Προστακτική
- うそうそしろ
- Βουλητική
- うそうそしよう
- Υποθετική (ば)
- うそうそすれば
- Υποθετική (たら)
- うそうそしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- うそうそしたい
- Απαγορευτική (~な)
- うそうそするな
- Προστακτική (ευγενική)
- うそうそしなさい
- Παθητική
- うそうそされる
- Αιτιατική
- うそうそさせる