うだうだ
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία φλυαρώ (για ασήμαντα πράγματα), λέω ανοησίες
- 02 ονοματοποιία χασομερώ, τεμπελιάζω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- うだうだする
- Παρόν (ευγενικό)
- うだうだします
- Άρνηση (απλή)
- うだうだしない
- Άρνηση (ευγενική)
- うだうだしません
- Παρελθόν (απλό)
- うだうだした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- うだうだしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- うだうだしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- うだうだしませんでした
- Τε-μορφή
- うだうだして
- Δυνητική
- うだうだできる
- Προστακτική
- うだうだしろ
- Βουλητική
- うだうだしよう
- Υποθετική (ば)
- うだうだすれば
- Υποθετική (たら)
- うだうだしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- うだうだしたい
- Απαγορευτική (~な)
- うだうだするな
- Προστακτική (ευγενική)
- うだうだしなさい
- Παθητική
- うだうだされる
- Αιτιατική
- うだうださせる