うつつをかす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χάνω τα λογικά μου (για κάτι), παραληρώ (για κάτι), μαγεύομαι ολοκληρωτικά (από), χάνω το κεφάλι μου, απορροφώμαι (σε)

Κλίση

Παρόν (απλό)
うつつを抜かす
Παρόν (ευγενικό)
うつつを抜かします
Άρνηση (απλή)
うつつを抜かさない
Άρνηση (ευγενική)
うつつを抜かしません
Παρελθόν (απλό)
うつつを抜かした
Παρελθόν (ευγενικό)
うつつを抜かしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
うつつを抜かさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
うつつを抜かしませんでした
Τε-μορφή
うつつを抜かして
Δυνητική
うつつを抜かせる
Προστακτική
うつつを抜かせ
Βουλητική
うつつを抜かそう
Υποθετική (ば)
うつつを抜かせば