うとうと
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία νυστάζω, παίρνει ο ύπνος, μισοκοιμάμαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- うとうとする
- Παρόν (ευγενικό)
- うとうとします
- Άρνηση (απλή)
- うとうとしない
- Άρνηση (ευγενική)
- うとうとしません
- Παρελθόν (απλό)
- うとうとした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- うとうとしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- うとうとしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- うとうとしませんでした
- Τε-μορφή
- うとうとして
- Δυνητική
- うとうとできる
- Προστακτική
- うとうとしろ
- Βουλητική
- うとうとしよう
- Υποθετική (ば)
- うとうとすれば
- Υποθετική (たら)
- うとうとしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- うとうとしたい
- Απαγορευτική (~な)
- うとうとするな
- Προστακτική (ευγενική)
- うとうとしなさい
- Παθητική
- うとうとされる
- Αιτιατική
- うとうとさせる