うまい汁しるを吸すう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός πλουτίζω εύκολα, βγάζω κέρδος χωρίς κόπο, θησαυρίζω εις βάρος άλλων

Κλίση

Παρόν (απλό)
うまい汁を吸う
Παρόν (ευγενικό)
うまい汁を吸います
Άρνηση (απλή)
うまい汁を吸わない
Άρνηση (ευγενική)
うまい汁を吸いません
Παρελθόν (απλό)
うまい汁を吸った
Παρελθόν (ευγενικό)
うまい汁を吸いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
うまい汁を吸わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
うまい汁を吸いませんでした
Τε-μορφή
うまい汁を吸って
Δυνητική
うまい汁を吸える
Προστακτική
うまい汁を吸え
Βουλητική
うまい汁を吸おう
Υποθετική (ば)
うまい汁を吸えば