うようよ
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία σε σμήνη, κατάμεστος από
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- うようよする
- Παρόν (ευγενικό)
- うようよします
- Άρνηση (απλή)
- うようよしない
- Άρνηση (ευγενική)
- うようよしません
- Παρελθόν (απλό)
- うようよした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- うようよしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- うようよしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- うようよしませんでした
- Τε-μορφή
- うようよして
- Δυνητική
- うようよできる
- Προστακτική
- うようよしろ
- Βουλητική
- うようよしよう
- Υποθετική (ば)
- うようよすれば
- Υποθετική (たら)
- うようよしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- うようよしたい
- Απαγορευτική (~な)
- うようよするな
- Προστακτική (ευγενική)
- うようよしなさい
- Παθητική
- うようよされる
- Αιτιατική
- うようよさせる