うpぷ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαδικτυακή αργκό μεταφορτώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
うpする
Παρόν (ευγενικό)
うpします
Άρνηση (απλή)
うpしない
Άρνηση (ευγενική)
うpしません
Παρελθόν (απλό)
うpした
Παρελθόν (ευγενικό)
うpしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
うpしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
うpしませんでした
Τε-μορφή
うpして
Δυνητική
うpできる
Προστακτική
うpしろ
Βουλητική
うpしよう
Υποθετική (ば)
うpすれば