えぐり出す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εξορύσσω, σκάβω, βγάζω με σκάψιμο
- 02 φέρνω στο φως, αποκαλύπτω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- えぐり出す
- Παρόν (ευγενικό)
- えぐり出します
- Άρνηση (απλή)
- えぐり出さない
- Άρνηση (ευγενική)
- えぐり出しません
- Παρελθόν (απλό)
- えぐり出した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- えぐり出しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- えぐり出さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- えぐり出しませんでした
- Τε-μορφή
- えぐり出して
- Δυνητική
- えぐり出せる
- Προστακτική
- えぐり出せ
- Βουλητική
- えぐり出そう
- Υποθετική (ば)
- えぐり出せば
- Υποθετική (たら)
- えぐり出したら
- Επιθυμητική (~たい)
- えぐり出したい
- Απαγορευτική (~な)
- えぐり出すな
- Προστακτική (ευγενική)
- えぐり出しなさい
- Παθητική
- えぐり出される
- Αιτιατική
- えぐり出させる