おいた

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παιδικό σκανταλιά, ζωηράδα (παιδιού)
  2. 02 καθομιλουμένη εξωσυζυγική σχέση

Κλίση

Παρόν (απλό)
おいたする
Παρόν (ευγενικό)
おいたします
Άρνηση (απλή)
おいたしない
Άρνηση (ευγενική)
おいたしません
Παρελθόν (απλό)
おいたした
Παρελθόν (ευγενικό)
おいたしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
おいたしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
おいたしませんでした
Τε-μορφή
おいたして
Δυνητική
おいたできる
Προστακτική
おいたしろ
Βουλητική
おいたしよう
Υποθετική (ば)
おいたすれば