おっとり
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία πράα, ήρεμα, νηφάλια
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- おっとりする
- Παρόν (ευγενικό)
- おっとりします
- Άρνηση (απλή)
- おっとりしない
- Άρνηση (ευγενική)
- おっとりしません
- Παρελθόν (απλό)
- おっとりした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- おっとりしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- おっとりしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- おっとりしませんでした
- Τε-μορφή
- おっとりして
- Δυνητική
- おっとりできる
- Προστακτική
- おっとりしろ
- Βουλητική
- おっとりしよう
- Υποθετική (ば)
- おっとりすれば
- Υποθετική (たら)
- おっとりしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- おっとりしたい
- Απαγορευτική (~な)
- おっとりするな
- Προστακτική (ευγενική)
- おっとりしなさい
- Παθητική
- おっとりされる
- Αιτιατική
- おっとりさせる