おっぱ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη μεταφορά κάποιου στην πλάτη (κυρίως παιδιού), piggyback ride
  2. 02 αρχαϊκό τελευταίος, τέλος

Κλίση

Παρόν (απλό)
おっぱする
Παρόν (ευγενικό)
おっぱします
Άρνηση (απλή)
おっぱしない
Άρνηση (ευγενική)
おっぱしません
Παρελθόν (απλό)
おっぱした
Παρελθόν (ευγενικό)
おっぱしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
おっぱしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
おっぱしませんでした
Τε-μορφή
おっぱして
Δυνητική
おっぱできる
Προστακτική
おっぱしろ
Βουλητική
おっぱしよう
Υποθετική (ば)
おっぱすれば