おっぱいを飲のむ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θηλάζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
おっぱいを飲む
Παρόν (ευγενικό)
おっぱいを飲みます
Άρνηση (απλή)
おっぱいを飲まない
Άρνηση (ευγενική)
おっぱいを飲みません
Παρελθόν (απλό)
おっぱいを飲んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
おっぱいを飲みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
おっぱいを飲まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
おっぱいを飲みませんでした
Τε-μορφή
おっぱいを飲んで
Δυνητική
おっぱいを飲める
Προστακτική
おっぱいを飲め
Βουλητική
おっぱいを飲もう
Υποθετική (ば)
おっぱいを飲めば