おどろおどろしい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανατριχιαστικός, απόκοσμος
  2. 02 υπερβολικός, επιδεικτικός

Κλίση

Παρόν (απλό)
おどろおどろしい
Παρόν (ευγενικό)
おどろおどろしいです
Άρνηση (απλή)
おどろおどろしくない
Άρνηση (ευγενική)
おどろおどろしくないです
Παρελθόν (απλό)
おどろおどろしかった
Παρελθόν (ευγενικό)
おどろおどろしかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
おどろおどろしくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
おどろおどろしくなかったです
Τε-μορφή
おどろおどろしくて
Υποθετική (ば)
おどろおどろしければ