おびき

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρασύρω κάποιον έξω, παρασύρω μακριά, προσελκύω έξω με δόλωμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
おびき出す
Παρόν (ευγενικό)
おびき出します
Άρνηση (απλή)
おびき出さない
Άρνηση (ευγενική)
おびき出しません
Παρελθόν (απλό)
おびき出した
Παρελθόν (ευγενικό)
おびき出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
おびき出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
おびき出しませんでした
Τε-μορφή
おびき出して
Δυνητική
おびき出せる
Προστακτική
おびき出せ
Βουλητική
おびき出そう
Υποθετική (ば)
おびき出せば