おろおろ
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία μπερδεμένα, ταραγμένα, σε σύγχυση, αναστατωμένα, έντρομα, αμήχανα, αβοήθητα
- 02 ονοματοποιία αναφιλητά, δακρυσμένα, τρεμάμενα (φωνή)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- おろおろする
- Παρόν (ευγενικό)
- おろおろします
- Άρνηση (απλή)
- おろおろしない
- Άρνηση (ευγενική)
- おろおろしません
- Παρελθόν (απλό)
- おろおろした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- おろおろしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- おろおろしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- おろおろしませんでした
- Τε-μορφή
- おろおろして
- Δυνητική
- おろおろできる
- Προστακτική
- おろおろしろ
- Βουλητική
- おろおろしよう
- Υποθετική (ば)
- おろおろすれば
- Υποθετική (たら)
- おろおろしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- おろおろしたい
- Απαγορευτική (~な)
- おろおろするな
- Προστακτική (ευγενική)
- おろおろしなさい
- Παθητική
- おろおろされる
- Αιτιατική
- おろおろさせる