をする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φροντίζω, περιποιούμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
お世話をする
Παρόν (ευγενικό)
お世話をします
Άρνηση (απλή)
お世話をしない
Άρνηση (ευγενική)
お世話をしません
Παρελθόν (απλό)
お世話をした
Παρελθόν (ευγενικό)
お世話をしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
お世話をしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
お世話をしませんでした
Τε-μορφή
お世話をして
Δυνητική
お世話をできる
Προστακτική
お世話をしろ
Βουλητική
お世話をしよう
Υποθετική (ば)
お世話をすれば