お兄にいちゃん

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οικείο μεγαλύτερος αδελφός
  2. 02 οικείο παιδί, αγόρι, αγοράκι

Παραδείγματα

  • お兄にいちゃん、遊あそぼう!

    Αδερφέ, πάμε να παίξουμε!

  • お兄にいちゃんはいつも私わたしを助たすけてくれます。

    Ο αδερφός μου με βοηθάει πάντα.

  • お兄にいちゃんとは、昔むかしから本当ほんとうに色々いろいろな経験けいけんを共ともにしてきたから、彼かれには特別とくべつな信頼感しんらいかんがあります。

    Με τον αδερφό μου έχουμε ζήσει τόσα πολλά από παλιά, γι' αυτό τον εμπιστεύομαι απόλυτα.