でこ

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα μέτωπο
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα προεξέχον μέτωπο
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα καθομιλουμένη αποτυχία στο ψάρεμα (δεν πιάνω τίποτα)