お出でなさる
ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα τιμητικό έρχομαι, πηγαίνω, βρίσκομαι (σε κάποιο μέρος)
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα τιμητικό υποδηλώνει τη διάρκεια της πράξης ενός ρήματος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- お出でなさる
- Παρόν (ευγενικό)
- お出でなさいます
- Άρνηση (απλή)
- お出でなさらない
- Άρνηση (ευγενική)
- お出でなさいません
- Παρελθόν (απλό)
- お出でなさった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- お出でなさいました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- お出でなさらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- お出でなさいませんでした
- Τε-μορφή
- お出でなさって
- Δυνητική
- お出でなされる
- Προστακτική
- お出でなさい
- Βουλητική
- お出でなさろう
- Υποθετική (ば)
- お出でなされば
- Υποθετική (たら)
- お出でなさったら
- Επιθυμητική (~たい)
- お出でなさりたい
- Απαγορευτική (~な)
- お出でなさるな
- Προστακτική (ευγενική)
- お出でなさりなさい
- Παθητική
- お出でなさられる
- Αιτιατική
- お出でなさらせる