お出いでになる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τιμητικό συνήθως γραμμένο με κάνα υπάρχω, βρίσκομαι (τιμητικό)
  2. 02 τιμητικό συνήθως γραμμένο με κάνα έρχομαι (τιμητικό)
  3. 03 τιμητικό συνήθως γραμμένο με κάνα πηγαίνω (τιμητικό)

Κλίση

Παρόν (απλό)
お出でになる
Παρόν (ευγενικό)
お出でになります
Άρνηση (απλή)
お出でにならない
Άρνηση (ευγενική)
お出でになりません
Παρελθόν (απλό)
お出でになった
Παρελθόν (ευγενικό)
お出でになりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
お出でにならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
お出でになりませんでした
Τε-μορφή
お出でになって
Δυνητική
お出でになれる
Προστακτική
お出でになれ
Βουλητική
お出でになろう
Υποθετική (ば)
お出でになれば