まえ

αντωνυμία, ουσιαστικό | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οικείο ανδρικό εσύ
  2. 02 ενώπιον (ενός θεού, ευγενή, κ.λπ.), μπροστά σε

Παραδείγματα

  • お前おまえはやい!

    Εσύ, έλα γρήγορα!

  • なにかあったのか、お前おまえ

    Κάτι έπαθες, εσύ;

  • ぼくったことをわすれたのか、お前おまえは?

    Ξέχασες αυτό που σου είπα, εσύ;