お守もり

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: おまもり

  1. 01 φύλαξη παιδιών, νταντά
  2. 02 φροντίδα, επίβλεψη, συνοδεία

Παραδείγματα

  • 友達ともだちの子供こどものお守おもりをする。

    Θα προσέχω το παιδί του φίλου μου.

  • 彼女かのじょは近所きんじょの子供こどもたちのお守おもりをして、お金かねを稼かせいでいます。

    Βγάζει χρήματα προσέχοντας τα παιδιά της γειτονιάς.

  • 一人暮ひとりぐらしで手伝てつだいがいないため、病気びょうきになった時ときの自分じぶんのお守おもりについて不安ふあんを感かんじています。

    Ζω μόνος και δεν έχω βοήθεια, οπότε ανησυχώ για το ποιος θα με προσέχει όταν αρρωστήσω.

Κλίση

Παρόν (απλό)
お守りする
Παρόν (ευγενικό)
お守りします
Άρνηση (απλή)
お守りしない
Άρνηση (ευγενική)
お守りしません
Παρελθόν (απλό)
お守りした
Παρελθόν (ευγενικό)
お守りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
お守りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
お守りしませんでした
Τε-μορφή
お守りして
Δυνητική
お守りできる
Προστακτική
お守りしろ
Βουλητική
お守りしよう
Υποθετική (ば)
お守りすれば