お布施
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ευγενικό ελεημοσύνη, φιλανθρωπία
- 02 ευγενικό προσφορές (συνήθως χρήματα) προς ιερέα (για την ανάγνωση σουτρών κ.λπ.)
- 03 καθομιλουμένη οικονομική υποστήριξη ενός αγαπημένου διασημότητα (μέσω αγοράς εμπορευμάτων, παρακολούθησης εκδηλώσεων κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- お布施する
- Παρόν (ευγενικό)
- お布施します
- Άρνηση (απλή)
- お布施しない
- Άρνηση (ευγενική)
- お布施しません
- Παρελθόν (απλό)
- お布施した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- お布施しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- お布施しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- お布施しませんでした
- Τε-μορφή
- お布施して
- Δυνητική
- お布施できる
- Προστακτική
- お布施しろ
- Βουλητική
- お布施しよう
- Υποθετική (ば)
- お布施すれば
- Υποθετική (たら)
- お布施したら
- Επιθυμητική (~たい)
- お布施したい
- Απαγορευτική (~な)
- お布施するな
- Προστακτική (ευγενική)
- お布施しなさい
- Παθητική
- お布施される
- Αιτιατική
- お布施させる